τις μέρες που με ανοχή και αντοχή γίναμε από μια χούφτα άνθρωποι, χιλιάδες
τις μέρες που η χώρα ολόκληρη έμοιαζε να πάλλεται από τον ρυθμό της οργής και της δύναμής μας
δεν μπορώ να ξεχάσω τις μέρες εκείνες που γνώρισα μέσα από εσένα τον αυτό μου
γιατί ήσουν εσύ, άγνωστε, αυτός που καθόταν δίπλα μου στις πλάκες τις πλατείας,
εσύ που μου κράταγες το χέρι να μην πέσω, εσύ που επιτέλους χαμογελούσες
ήσουν εσύ άνθρωπε ξένε, που χωρίς να ξέρω το όνομά σου, την καταγωγή ή τα λεφτά σου, σου έδωσα τη φωνή μου να ουρλιάξεις τα «ΟΧΙ» σου
κ ήταν οι μέρες εκείνες που εσύ κ εγώ, εμείς, όλοι εμείς, μάθαμε ξανά να αγαπάμε και να πιστεύουμε
ήταν οι μέρες που ένα καζάνι φαγητό κ ένα καρβέλι ψωμί έφτανε για όλους
γιατί δεν ήμασταν πια πεινασμένοι
είχαμε όλοι χορτάσει από όνειρα που έπαψαν να χωράνε στα μάτια μας
και γίνονταν δάκρυα να ξεπλένουν την ντροπή τους, την ντροπή μας
κι αυτά που νόμιζες για όπλα
και ότι είδες για αίμα
ανήκει κι αυτό στις μέρες εκείνες.
τις μέρες που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
τις μέρες που πιστέψαμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο…
…μα δειλιάσαμε!


