Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Τικ-Τακ


















(picture by: www.deviantart.com)

Τότε μου έδωσες ένα τίποτα και με άφησες να το πλάσω όπως ήθελα.
Του έβαλα χρώματα, μουσικές και σάρκα
Του έδωσα το όνομά σου, κ έμεινα να ζω για πάντα μέσα του,προφέροντας για αλήθεια την εικόνα σου.
Εικόνα δύστροπη, ασπρόμαυρη, παλιά, ξεθωριασμένη
Μάτια υγρά, χέρια μπλεγμένα, σώματα ξένα και εύρωστα, 
Αναλλοίωτα από τη μοίρα κ την τύχη.
Εμμονές ξεχασμένες και χείλη κόκκινα σαν αίμα
Σαν όλο το αίμα που είδα να τρέχει από πρόσωπα και χέρια που έχασα

Ανοίγω καμιά φορά εκείνα τα παλιά σου γράμματα
Να θυμηθώ τον γραφικό χαρακτήρα του χρόνου
Λόγια μονάχα ειπωμένα σε μικρές στιγμές αθανασίας
Λέξεις στριμωγμένες η μία δίπλα στην άλλη, 
γρήγορα ειπωμένες, γρήγορα αναλώσιμες, άμεσα πεπερασμένες.
Σιωπές της λήθης
Πρόσωπα γύρω μου που χάνονται κάπου ανάμεσα στο Θήτα και το Πι του ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Στερώ, διηγούμαι, αγαπώ, αφαιρώ, συλλέγω
Καταναλώνω: Αγάπες, σκέψεις, σώματα, χέρια, μέλη, στιγμές, ανάσες, διαδρομές
Αφαιρούμαι, διαβρώνομαι, λείπω,
Συνωστίζομαι σε ψέμματα,  μυστικά, αναμνήσεις, λόγια και βλέμματα.
Αφήνω να μεγαλώνει το μέσα μου κενό, δίνοντας νέες διαστάσεις σε φως και σκοτάδι
Σκιές σε τοίχους γκρίζους από τον καπνό και τις θύμησες
Αλήθειες βγαλμένες απ’ τα συρτάρια μιας Άνοιξης παλιάς.
Νότες και λέξεις 
Κι άλλες νότες.
Γραφίτης, μελάνι, σκόρπιες σελίδες μουτζουρωμένες, σκισμένες
Στο κρεβάτι, το γραφείο, το πάτωμα
Και μια μυρωδιά περασμένης ευτυχίας κάτω από το μαξιλάρι.
Βιολιά, Κιθάρες, Ακορντεόν, Εσύ!
Φύλλα φθινοπώρου, ζεστή σοκολάτα, ξυλόσομπα αναμμένη, πάλι εσύ!
Λίγο πιο κάτω εγώ….
Αλλάζω, ερωτεύομαι, ονειρεύομαι, ξενιτεύομαι.
Και που δεν ήταν τότε Άνοιξη;
Λονδίνο, Άμστερνταμ, Θεσσαλονίκη, Πήλιο…
Και λίγο πιο κάτω …εγώ.
Κατανοώ τη ροή του χρόνου
Αρνούμαι την ακολουθία του
Ψάχνω μια στιγμή ησυχίας ανάμεσα σε κάθε Τικ ή Τακ του ατέρμονου αυτού κύκλου
Κ απορώ:
Γιατί τα ρολόγια να είναι κυκλικά
Αν όχι για να σε αναγκάζουν να θυμάσαι?



Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Μηδέν Ώρα Γκρίνουιτς










Ώρα Γκρίνουιτς: 08.43
“Πρέπει να πάρω την δουλειά”
Η πρώτη μου σκέψη το πρωί, η μόνη μου σκέψη το πρωί.
Σκέψη περίπλοκη, δαιδαλώδης, χαμένη στα βάθη ενός παράξενου “εγώ”.
Βήμα-βήμα θα φτάσω στην πόρτα της αυλής.
Φυσικά και φόρεσα το τυχερό βρακί μου.
Φόρεσα κ αδιάβροχο-έτσι για αλλαγή.
Πορτοκαλί αδιάβροχο.
Να φωτίζει το πρόσωπό μου, να καλύπτει τις σκιερές αμφιβολίες του.
Ώρα Γκρίνουιτς 09.15
“Πρέπει να πάρω την δουλειά”
Η σκέψη φθίνει, γλιστράει, ξεφεύγει.
Με νύχια κ με δόντια θα την κρατήσω χάρτη μπροστά στην ερημιά μου.
Λίγα βήματα ακόμα
Φορεμένο φιλικό χαμόγελο στα χείλη 
“Γκουντμόρνινγκ!!”
Ώρα Γκρίνουιτς 10.31
Το τυχερό μου βρακί δεν φάνηκε ιδιαίτερα τυχερό.
Ανάμεσα σε στιμένα Wetex, και σαπουνάδες ημι-πλυμένων πιάτων
οι στόχοι της ζωής μου παρελαύνουν μονότονα στο μυαλό μου
Ποιά είμαι; Που πάω;
Τέσσερις ώρες σιωπηλού στοχασμού.
Ώρα Γκρίνουιτς 14.03
Μικρή η χρησιμότης του αδιάβροχου σε μια καταιγίδα που αρχίζει και τελειώνει μέσα σου.